Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Μάνος Κουτσαγγελίδης «Η παράδοση ένας κύριος λόγος αποστροφής της κοινωνίας από τα προβλήματα»


Ο φόβος εξαφάνισης παραδοσιακών στοιχείων δεν υπάρχει σήμερα.
Χαίρομαι που με την κρίση ο κόσμος αναζητά άλλες μορφές έκφρασης και ψάχνει την αλήθεια.
Ο Μάνος Κουτσαγγελίδης γεννήθηκε στην Κομοτηνή. Ο πατέρας του ήταν από το Διδυμότειχο και η μητέρα του από την πόλη μας. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στην πόλη μας, όπως και τα πρώτα σχολικά χρόνια, αναγκάσθηκε όμως να φύγει να ακολουθήσει την οικογένειά του που μετακόμισε στην Κρήτη λόγω μετάθεσης του πατέρα του. Οι γονείς του, έχοντας καταγωγή από την Ανατολική Θράκη, μετέφεραν την αγάπη για την παράδοση στα παιδιά τους με αποτέλεσμα ο Μάνος Κουτσαγγελίδης από πολύ νωρίς να εντρυφήσει στα μονοπάτια της τόσο μέσα από το χορό όσο και μέσα από τη μουσική και το τραγούδι. Σήμερα ο Μάνος Κουτσαγγελίδης διδάσκει μουσική σε ωδεία αλλά και ατομικά στην Αθήνα, ενώ μέχρι πριν λίγο καιρό ήταν καθηγητής στο Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής στο ΤΕΙ Ηπείρου.
Με αφορμή την παρουσία του στην πόλη μας και συγκεκριμένα στο ετήσιο γλέντι του Συλλόγου Θρακών Κομοτηνής ο Μάνος Κουτσαγγελίδης μίλησε στον «ΠτΘ» για το σεργιάνι του στα μονοπάτια της παράδοσης, για την σημασία της παράδοσης στην εποχή της κρίσης αλλά και για τη συνεργασία του με τον Κώστα Φέρη στην εκπομπή της ΕΤ3 «Ονείρου Ελλάς»…

Η αγάπη της οικογένειάς μου προς την παράδοση οδήγησε εμένα και τον αδελφό μου σε κάτι ανάλογο
ΠτΘ: κ. Κουτσαγγελίδη την αγάπη προς την παράδοση σας τη μετέφερε το οικογενειακό περιβάλλον;
Μ.Κ.: Θα έλεγα ότι πάντοτε οι επιθυμίες του οικογενειακού περιβάλλοντος σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση ενός παιδιού οπωσδήποτε είναι ο πρωταρχικός παράγων με τον οποίο αξιολογούμε την εκπαίδευση σε ό,τι αφορά στα πολιτιστικά, τα κοινωνικά ζητήματα και μάλιστα η δική μου οικογένεια έχοντας και καταβολές στην Ανατολική Θράκη αλλά και ιδιαίτερη αγάπη σε ό,τι αφορά το χορό, τη μουσική οδήγησε και τα δυο τα παιδιά της, δηλαδή και εμένα και τον αδελφό μου, σε κάτι ανάλογο. Τον καιρό βέβαια που ήμουν μικρός δεν υπήρχαν μουσικά σχολεία, αλλά παρόλα αυτά από πολύ μικρός ακολούθησα την ενασχόληση με το ακορντεόν, με τη βυζαντινή μουσική, με χορευτικούς συλλόγους. Βεβαίως ενυπήρχε μέσα μου το μικρόβιο της ενασχολήσεως με την τέχνη. Από πολύ μικρός αυτό το είχαν δει οι δάσκαλοι, οι καθηγητές μου, και φρόντισαν να το τονώσουν, ορίζοντας ότι αυτό το τάλαντο έπρεπε να προβληθεί. Αυτό είναι και ένα γεγονός για το οποίο θα ήθελα να εκφράσω τις ευχαριστίες μου τόσο στο οικογενειακό περιβάλλον, όσο και στο πρώιμο και μετέπειτα εκπαιδευτικό περιβάλλον που με βοήθησε να ακολουθήσω αυτό τον καλλιτεχνικό δρόμο μέχρι σήμερα.

Η διατήρηση της παράδοσης αφορά παρελθούσες δεκαετίες
ΠτΘ: Συνηθίζεται να γίνεται λόγος για διατήρηση της παράδοσης. Τελικά είναι κάτι ζωντανό η παράδοση ή πρόκειται για ένα μουσειακό είδος; Έχει δυναμική;
Μ.Κ.: Θα έλεγα ότι ο στατικός χαρακτήρας και η κατάσταση συντηρήσεως ίσως ήταν ένα γεγονός που αφορούσε παρελθούσες δεκαετίες. Πλέον στις ημέρες μας με την πολύ μεγάλη πρόσληψη τόσο σε πολιτιστικούς συλλόγους όσο και σε εκπαιδευτικά ιδρύματα απείρων νέων ανθρώπων που ασχολούνται με την παράδοση την βλέπουν και την θεωρούν όχι ως ένα στατικό μηχανισμό ή μια στείρα αναπαραγωγή παραδόσεων που αναφέρονται σε περασμένες εποχές, αλλά πολύ περισσότερο, σε μια δυναμική κατάσταση, μια εξελίξιμη κατάσταση, όπως αυτός είναι και βασικά ο ρόλος της παραδόσεως. Εγώ προσωπικά ακολουθώ αυτήν την άποψη και το βλέπω στους φοιτητές μου, στους μαθητές μου αλλά και στους φίλους μου, στους συνεργάτες μου, μια πληθώρα δηλαδή ατόμων που εισρέουν καθημερινώς στο χώρο της παραδόσεως. Πλέον δηλαδή οι εκφράσεις που χρησιμοποιούσαν και οι δικοί μου δάσκαλοι, όπως ο Χρόνης Αηδονίδης και η Δόμνα Σαμίου ότι επρόκειτο να χαθεί η παραδοσιακή μουσική ή οι παλαιότερες μελέτες, αναφερόμενος στο Σίμωνα Καρρά ή στη Δώρα Στράτου κ.ο.κ. και άλλων μελετητών της ελληνικής παραδόσεως, νομίζω ότι βρίσκονται στο συρτάρι του παρελθόντος. Τα γεγονότα που υπάρχουν σήμερα και τα αποδεικτικά πλέον στοιχεία αναίρεσαν άρδην όλον αυτόν τον φόβον που υπήρχε τον προηγούμενο καιρό. Βεβαίως την εποχή που ξεκίνησα εγώ, φανταστείτε τη δεκαετία του 1990 ή και τις προηγούμενες δεκαετίες του 1970 και 1980 που υπήρχαν τα εδάφη στα οποία καλλιεργήθηκε η σημερινή έξαρση του φαινομένου της επιστροφής στην παράδοση θα λέγαμε ότι υπήρχε πιο έντονος ο φόβος εξαφανίσεως των παραδοσιακών στοιχείων. Βεβαίως μη ξεχνούμε το γεγονός ότι στην Ελλάδα έχουμε απωλέσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της παραδόσεως, αναφερόμενος όχι μόνο στη μουσική, το τραγούδι και το χορό, αλλά έχουμε χάσει και άλλα στοιχεία του παραδοσιακού μας πολιτισμού, όπως λόγου χάρη το κέντημα, την ύφανση του αργαλειού, τα παραδοσιακά μας φαγητά, τα παραμύθια που έλεγε η γιαγιά και η μαμά στα παιδάκια ή στα εγγονάκια. Αυτό όμως διότι άλλαξε και ο χαρακτήρας της ελληνικής οικογενείας. Οι πολιτιστικοί σύλλογοι έρχονται για να αναπληρώσουν το κενό που έχει δημιουργηθεί η αν θέλετε όχι μόνο το κενό αλλά την μεταστροφή της ελληνικής κοινωνίας σε άλλα ζητήματα. Από την άλλη επίσης σήμερα η χρήση της υψηλής τεχνολογίας του διαδικτύου μας προσφέρει μια πληθώρα δυνατοτήτων πρόσβασης σε πηγές, σε βιβλιοθήκες, είτε ψηφιακές είτε άλλου τύπου, οπότε νομίζω ότι ο σύγχρονος νέος έχει τη δυνατότητα να γνωρίσει καλύτερα όχι μόνο το παρελθόν αλλά και το μέλλον.

Η παράδοση είναι μια μεταφορά γνώσεως και εμπειρίας από τους αρχαίους χρόνους μέχρι σήμερα
ΠτΘ: Σε μια τέτοια περίοδο οικονομικής κρίσης ποιο ρόλο καλείται να παίξει η παράδοση;
 
Μ.Κ.: Η παράδοση είναι ένας παιδευτικός παράγων, ένας κύριος λόγος αποστροφής της κοινωνίας από τα προβλήματα, από όλα τα βάσανα. Βεβαίως δεν λησμονούμε ότι υφιστάμενοι την οικονομική κρίση δεν έχουμε και πολλές επιλογές, ούτε και θα καλούσα κάποιον να ζήσει σε μια ουτοπία. Δεν είναι όμως μονοδιάστατη μια τέτοια άποψη, γιατί το να μεμψιμοιρεί κανείς και να ψυχαναγκάζεται και να υποδουλώνεται σε μια κατάσταση θλίψεως απογνώσεως ή αυτοκαταστροφής σε χειρότερες μορφές καταθλίψεως δεν νομίζω ότι θα βοηθούσε κανένα. Η παράδοση είναι μέσο διαφυγής από όλα τα προβλήματα και είναι τρόπος χαράς, έκφρασης, ο οποίος ενυπάρχει μέσα μας και μάλιστα ευρισκόμενοι μέσα στους πολιτιστικούς συλλόγους ή αν θέλετε ακούγοντας παραδοσιακά τραγούδια, χορεύοντας, εκτελώντας εργασίες σε συνδυασμό με τη ομαδική έκφραση που υπάρχει συνήθως μέσα στην παράδοσή μας, μπορούμε να ξεφύγουμε από το τέλμα στο οποία έχουμε έρθει σήμερα. Γιατί κατ’ εμέ δεν πρόκειται για μια περίοδο τόσο οικονομικής κρίσεως όσο κρίσεως παιδείας. Αν θέλουμε να γυρίσουμε λίγο στο παρελθόν θα δούμε ότι οι απαρχές της οικονομικής κρίσεως ίσως έχουν ένα χαρακτήρα πολιτιστικό και κοινωνικό. Έτσι φθάσαμε σε αυτό το πρόβλημα, γιατί δυστυχώς δεν έχουμε ενσκύψει στα πνευματικά προβλήματα που έχει ο ελληνισμός. Και όλο αυτό το πρόβλημα δημιουργήθηκε, διότι διογκώθηκαν καταστάσεις που δεν έπρεπε να διογκωθούν. Εάν είχαμε μια διαφορετική παιδεία, μια διαφορετική επαφή όχι τόσο μόνο με την ύλη και το πρόσκαιρο και το εφήμερο, και κοιτάζαμε πραγματικά ποια είναι η αξία του ελληνισμού θα ήταν διαφορετική η πορεία μας. Εξάλλου και το όνομά μας ως Έλληνες, αναφερόμενος στο –λην, σημαίνει λάμψη. Ποια είναι αυτή η λάμψη; Είναι η λάμψη της παιδείας και σε αυτή πρέπει να επιστρέψουμε και η παράδοση είναι μια μεταφορά γνώσεως και εμπειρίας από τους αρχαίους χρόνους μέχρι σήμερα.

Έκπληξη και χαρά η συνεργασία μου με τον Κώστα Φέρη
ΠτΘ: κ. Κουτσαγγελίδη ποια ήταν η εμπειρία σας από τη συμμετοχή στην εκπομπή της ΕΤ3 «Ονείρου Ελλάς»;
Μ.Κ.: Ήταν μια έκφραση ουσιαστικά της ελληνικής παραδόσεως γιατί και το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι είναι μια συνέχεια του αστικού μουσικού ιδιώματος της Κωνσταντινουπόλεως αλλά και γενικότερα του προσφυγικού ελληνισμού, όπως αυτό διαμορφώθηκε με τον ερχομό των προσφύγων στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη και αργότερα στις αρχές του αιώνα και λίγο πριν την Μικρασιατική καταστροφή μέχρι και την Αμερική έφθασαν τα ρεμπέτικα. Το ρεμπέτικο όταν και πρωτοδημιουργήθηκε ενώ ξεκίνησε ως ένας επαναστατικός αιρετικός μουσικός λόγος ή, αν θέλετε, ένα είδος μουσικής που έθετε πολλά ερωτηματικά, ορισμένες φορές βρίσκονταν στο περιθώριο, αλλά κατάφερε να εκφράσει όλον τον ελληνισμό. Ας μη ξεχνάμε ότι το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι βασίζεται κυρίως σε ρυθμούς και μελωδίες που έφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες. Ήταν μια μεγάλη έκπληξη για μένα και μεγάλη χαρά η συνεργασία μου με τον Κώστα Φέρη και την κ. Παναγιώτου και φυσικά με ένα σύνολο εξεχουσών προσωπικοτήτων μουσικών, όπου καταφέραμε να δείξουμε και πάλι στον ελληνισμό πού θα πρέπει να εστιάσει μουσικολογικά για να δει την αλήθεια. Και ίσως το καταφέραμε σε ένα μεγάλο βαθμό γιατί από τις κριτικές που διάβασα, όπως επίσης και από τα ποσοστά τηλεθεάσεως, μάλλον ήταν ένας σεισμός για την Ελληνική κρατική τηλεόραση και την ΕΤ3, λαμβάνοντας υπόψη τα ποσοστά τηλεθεάσεως και κριτικής θετικής που υπήρξαν από τα μέσα μαζικής ενημερώσεως.

Η κρίση ευκαιρία να ανοίξουμε τα μάτια μας και να δούμε την αλήθεια
ΠτΘ: Θα μου επιτρέψετε να πω ότι τα κρατικά μέσα ενημέρωσης δίνουν βήμα στην παράδοση και έχουν εξαιρετικές εκπομπές, όπως η εκπομπή του Λάμπρου Λιάβα στην ΕΤ1, όπου και συμμετείχατε σε αυτή που ήταν αφιερωμένη στην Καππαδοκία.
Μ.Κ.: Υπάρχουν πολλά θετικά και πολλά ελπιδοφόρα μηνύματα όχι μόνο από την κρατική τηλεόραση αλλά, για να μην είμαι άδικος, και από ιδιωτικές πρωτοβουλίες. Χαίρομαι που με την κρίση, χρώμενος το ρητό, «ουδέν κακόν αμοιγές καλού», ο κόσμος αναζητά άλλες μορφές έκφρασης και ψάχνει την αλήθεια. Ίσως η κρίση ήταν μια ευκαιρία για να ανοίξουν περισσότερο τα μάτια μας και να δούμε την αλήθεια. Εύχομαι βεβαίως ο απανταχού ελληνισμός τόσο μέσα στον ελλαδικό χώρο όσο και εκτός αυτού να υπερβεί εαυτόν και να επιστρέψει σε μια ομαλή πορεία, γιατί το αξίζει.

 
Ασχολήθηκα με την καταγραφή χωρίς να σκεφθώ ότι θα ασχολιόμουν με την παραδοσιακή μουσική

 
ΠτΘ: κ. Κουτσαγγελίδη πέρα από το θρακιώτικο ασχοληθήκατε και με το καππαδοκικό τραγούδι. Πώς προέκυψε αυτή η ενασχόληση;
Μ.Κ.:
Έχω ασχοληθεί εν γένει με το μικρασιατικό τραγούδι και μάλιστα από πολύ – πολύ μικρός εγγεγραμμένος σε συλλόγους και ως μέλος αυτών ήρθα σε επαφή με τραγούδια της Κεντρικής Μικράς Ασίας και δη της Καππαδοκίας. Αξίζει να αναφέρω ότι βρέθηκα στους κόλπους του Συλλόγου Καππαδοκών από πολύ - πολύ μικρός και όχι μόνο, ενώ τα προηγούμενα χρόνια, δηλαδή την δεκαετία του 80, χόρευα στο Μορφωτικό Όμιλο Κομοτηνής, επίσης ήμουν μέλος του συλλόγου Κωνσταντινουπολιτών, Ιμβρίων Τενεδίων και Ανατολικοθρακιωτών, διότι η καταγωγή μου είναι από εκεί, όπως και του μεγαλυτέρου μέρους των κατοίκων της Θράκης αλλά και των 6/10 του σημερινού ελληνισμού, που έλκει την καταγωγή από τις πατρίδες της Ανατολής. Ασχολήθηκα στην αρχή κάνοντας καταγραφή, χωρίς ποτέ να φανταστώ ή να είχα σκεφθεί ότι θα βιοποριζόμουν ή ότι θα εκτελούσα ως λειτούργημα αυτή την ενασχόληση με τον καλλιτεχνικό χώρο και την παραδοσιακή μουσική. Ήμουν λάτρης της παραδόσεως και μου δόθηκε κάποια στιγμή η ευκαιρία, χάριν των δασκάλων, όπως προανεφέρθην και του εντοπισμού του ιδιαίτερου προσανατολισμού που είχα στην παραδοσιακή μουσική, δηλαδή όταν σπούδαζα στην μητροπολιτική Σχολή Βυζαντινής Μουσικής ο δάσκαλός μου ο Θανάσης Σαλαμάνης ήταν αυτός ο οποίος με παρέπεμψε αργότερα στον τομέα λαϊκού πολιτισμού του Συλλόγου Καππαδοκών και αρχίσαμε να παίζουμε και να τραγουδάμε με τους συναδέλφους μου που κατόπιν δημιούργησαν το συγκρότημα «Λαλητάδες». Έτσι βρέθηκα στην αγκαλιά του παραδοσιακού χώρου και στη συνέχεια γνώρισα το Χρόνη Αηδονίδη τους και αργότερα φυσικά μετοίκησα στη Θεσσαλονίκη και Αθήνα σε περισσότερους χώρους μουσικής έκφρασης.


ΠΗΓΗ:.paratiritis-news.gr
Συντάκτης:Άννα Πατρωνίδου
e-mail: paratiritis.patronidoy@gmail.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου