Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

Αγιοτόκος και αγιοτρόφος Καππαδοκία

Γράφει ο Συμεών Κοιμίσογλου

Ευεργεσίες πολλές οφείλει ο κόσμος στην Καππαδοκία, όπου έλαμψε η χριστιανική φρόνηση. Το προσκύνημα σ’ αυτόν τον τόπο αποτελεί επιστροφή στην πατρίδα του πνεύματος και της ψυχής μας.
Σήμερα θα μιλήσουμε για την αγιοτόκο, αγιοτρόφο και αγιοφύλακτη Καππαδοκία. Ένα πανέμορφο υπαίθριο μουσείο, μία ατέλειωτη γλυπτοθήκη, όπου κυλούν δημιουργικά  οι αιώνες.

Η συμβολή των Καππαδοκών στη διάδοση και εξάπλωση του ευαγγελικού κηρύγματος είναι ένα κεφάλαιο άξιο μελέτης. Σε αυτούς ρίζωσε και καρποφόρησε, από τα πρώτα αποστολικά χρόνια, ο λόγος του Χριστού.
Οι Καππαδόκες δέχτηκαν και μπολιάστηκαν πρώτοι από το χριστιανικό μήνυμα, έγιναν οι ακοίμητοι φρουροί του και προσέφεραν στην οικουμένη τους περισσότερους Αγίους και Αγίες, για να πρεσβεύουν στο Θεό να προστατεύει την ανθρωπότητα.
Αμέσως μετά τη σταύρωση του Χριστού, σπάρθηκε στην Καππαδοκία ο πρώτος σπόρος της διάδοσης της νέας πίστης. Ο Λογγίνος, ένας αξιωματικός που είχε την καταγωγή του από την Καισάρεια, ήταν ο επικεφαλής (ύπαρχος) του τάγματος που πήραν τον Χριστό και τον οδήγησαν στη σταύρωση. Όταν είδε τα θαύματα που έγιναν κατά τη σταύρωση του Κυρίου πίστεψε σ’ Αυτόν και αναφώνησε: «Αληθώς Θεού Υιός ήν Ούτος» (Αλήθεια, Θεού γιος είναι αυτός). Κατόπιν επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, κήρυξε νέα Πίστη, έγινε ο πρώτος επίσκοπος Καισαρείας Καππαδοκίας και η εκκλησία μας τον ανακήρυξε Άγιο.

Την ημέρα της πεντηκοστής, ανάμεσα σ’ εκείνους που πίστεψαν στον Χριστό ήταν και Καππαδόκες, οι οποίοι διέδωσαν στους συμπατριώτες τους το Ευαγγελικό μήνυμα, που διαδόθηκε γρήγορα σε όλη την περιοχή.
Το μέρος της Καππαδοκίας καθαγιάστηκε από τον Απόστολο Παύλο, τον Απόστολο Πέτρο, τον Απόστολο Ανδρέα και τον Απόστολο Ματθία, που διέδωσαν Ευχάριστη Αγγελία στους φωτοδότες Καππαδόκες.
Η αγιοτόκος, αγιοτρόφος και αγιοφύλακτη Καππαδοκία είναι γεμάτη από αναρίθμητα μοναστήρια, εκκλησίες και προσκυνητάρια του Θεού.
Χωρίς αμφιβολία αποτελεί έναν από τους βασικότερους χώρους, όπου σμιλεύτηκε και σφυρηλατήθηκε η Ορθόδοξη πίστη και Θεολογία. Αυτό όμως ενόχλησε αφάνταστα τους διώκτες των πιστών του Ναζωραίου, που προσπάθησαν με μύριους τρόπους να τους ξεριζώσουν την πίστη.
 Όμως, για άλλη μια φορά, οι χριστιανοί του χώρου, έδειξαν την τεράστια ψυχική τους δύναμη και με μια σειρά από μάρτυρες οδηγήθηκαν σε εκούσιες θυσίες για το Χριστό.
Τα χρόνια εκείνα, η Εκκλησία, με τοπικές, επαρχιακές και οικουμενικές συνόδους, καταδίκασε τις αιρέσεις και έφερε τους πιστούς στην ορθή πίστη. Η συνεισφορά των Καππαδοκών ιεραρχών, σε αυτές τις συνόδους, ήταν μεγάλη και αποτελεσματική.
Ιδιαίτερα σπουδαίο είναι το έργο των  Καππαδοκών Πατέρων, ιδιαίτερα του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Γρηγορίου Νύσσης. Το  φυτώριο της καππαδοκικής γης, ιδιαίτερα με την πνευματική άνθηση του 4ου μ.Χ. αιώνα, πρόσφερε τους διαχρονικούς καρπούς του στην οικουμένη και άνοιξε νέους δρόμους για τον Χριστιανισμό.
Ο μοναχισμός βρήκε στην Καππαδοκία μοναδικό χώρο και ανθρώπους για να ριζώσει και να αναπτυχθεί. Ακολουθώντας το παράδειγμα του ίδιου του Θεανθρώπου, που πήγαινε πολλές φορές στην έρημο να προσευχηθεί, ζούσαν  κι αυτοί ασκητικά, μέσα στις ερημιές, στις λόχμες των βουνών, στις απόμερες και απρόσιτες όχθες των ποταμών ή μέσα σε υπόγειες και ανώγειες εικονογραφημένες σπηλιές, λαξευμένες στους ευκολοπελέκητους βράχους της περιοχής, οι οποίες πολλές φορές χωρούσαν μόνον έναν και μετά δυσκολίας ασκητή. Ακολουθώντας την παράδοση των παλαιών μοναχικών ταγμάτων, πολλοί ασκητές δημιούργησαν μεγάλες κοινότητες μοναχών, λαξεύοντας μοναχικές πολιτείες και ασκητάρια σε όλες σχεδόν τις πλαγιές των βουνών και των απάτητων γκρεμών της Καππαδοκίας, αναζητώντας, στα σύνορα της σιωπής, τη λύτρωση, μέσα από τη μοναξιά και τη δοκιμασία.

Η Καππαδοκία αναδείχτηκε σε βάση του μοναχισμού. Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, πολλοί χριστιανοί με θεϊκό ζήλο, αναζητώντας την τελειότητα, άφηναν τα γήινα και γίνονταν ασκητές ή καλόγεροι.
Η ασκητική ζωή κυριαρχούσε στην περιοχή. Χιλιάδες λιγομίλητοι καλόγεροι και καλόγριες, αυτή η τεράστια πνευματική δύναμη της Ορθοδοξίας, σκαρφάλωναν στους βράχους, έπαιρναν τα μονοπάτια, που χάνονταν στα φαράγγια, κι έσμιγαν ή χώριζαν στα σταυροδρόμια και τις ανηφόρες της περιοχής. Εκεί, στα αμέτρητα μονόκλιτα παρεκκλήσια και στις ατέλειωτες λαξευτές εκκλησίες, με τις πλούσιες και πανέμορφες αγιογραφίες, εικονογραφημένες από τους ίδιους τους αυτοδίδακτους μοναχούς, ζούσαν τη μεγάλη πνευματική ανάταση του μοναχισμού. Στα ιερά αυτά μέρη ο Χριστός πυρπολούσε την ψυχή τους και τους φώτιζε, ενώ εκείνοι, με το απαράμιλλο μοναχικό ήθος τους, λάτρευαν το Θεό, μελετούσαν τα Θεόπνευστα βιβλία και έδιναν τους εκλεκτούς καρπούς της αγάπης και του ελέους στους συνανθρώπους τους, μεταλαμπαδεύοντας ταυτόχρονα το ιερό φως της πίστης πρώτα στους κατοίκους της γύρω περιοχής και κατόπιν σε ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο.

Τα πάμπολλα μοναστήρια και οι ατέλειωτες  κατακόμβες της Καππαδοκίας έγιναν οι Ιεροί χώροι όπου φιλοξενήθηκαν τα Άγια Λείψανα της Πίστης μας, ενώ οι φυσικές ή λαξευμένες σπηλιές μετατράπηκαν σε ερημητήρια μοναχών. Πλήθος αντρών και γυναικών ζούσαν στις Μονές αυτές, που αναδείχτηκαν σε «Φάρους της Ορθοδοξίας» στα δύσκολα χρόνια των διωγμών και των αιρέσεων. Σπουδαία μοναστήρια ήταν  η Μονή των Φλαβιανών, η Μονή των Ταξιαρχών, η Μονή της εν Κέρκεμε Παναγίας κ.ά.
Χιλιάδες ευλαβείς μοναχοί και μοναχές, φώτα υπέρλαμπρα της αρετής και της πίστης, στήριξαν σε δίσεχτα χρόνια στην ορθή πίστη τους Χριστιανούς. Εκτός αυτού, όταν όλα τα σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά, προσέφεραν τη γνώση και την εκπαίδευση στα ελληνόπουλα και τα άλλα χριστιανόπουλα μέσα από τα ιερά αυτά εκπαιδευτικά, πολλές φορές, καθιδρύματα, ανδρών και γυναικών. Οι αγαθοεργίες και τα έργα φιλανθρωπίας δεν είχαν τελειωμό.
Εκείνο που κάνει μεγάλη εντύπωση στην Καππαδοκία είναι οι ατέλειωτες σκοτεινές και σιωπηλές υπόγειες πολιτείες, τα χιλιάδες λαξευτά σπίτια και οι λαξευμένες βραχοεκκλησιές ή πετρομονάστηρα με τις υπέροχες τοιχογραφίες.  Οι κάτοικοί της δημιούργησαν, στα έγκατα της γης, πολύπλοκες πολιτείες ή υπόσκαφους ναούς, τιμώντας με τον τρόπο τους, κι αυτά ακόμη τα σπλάχνα της Άγιας μάνας γης των προγόνων τους, η οποία έκρυβε με θέρμη, μέσα στην αγκαλιά της, την ευωδιά τόσων και τόσων μαρτύρων της πίστης και του Γένους τους.

Οι μορφές των ορθόδοξων Καππαδοκών Αγίων δεν έχουν τελειωμό. Τα τελευταία χρόνια ξεχώρισε ο άγιος Αρσένιος (από τα Φάρασα) και το πνευματικό του τέκνο ο μεγάλος ασκητής γέροντας Παΐσιος, τον οποίον το άγιο Πνεύμα προίκισε με ιδιαίτερα σπουδαίες ικανότητες.
Αν και η γνώση των αγίων και των μαρτύρων της Καππαδοκίας θα είναι πάντοτε πολύ μικρή, σε σχέση με την πραγματικότητα, παρ’ όλα αυτά μια μικρή παράθεση ορισμένων ονομάτων από αυτούς θα μας βοηθούσε να συνειδητοποιήσουμε το πραγματικά μεγάλο πλήθος και το μεγαλείο τους.
Ο Μέγας ιεράρχης άγιος Βασίλειος, ο διδάσκαλος και φωστήρας της Οικουμένης Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο άγιος Γόρδιος, ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, ο όσιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης, η αγία ισαπόστολος Νίνα ή Θεογνωσία, ο άγιος Βλάσιος, ο όσιος Ζήνων, η αγία Γοργονία, ο άγιος Καισάριος, ο τροπαιοφόρος και μεγαλομάρτυρας άγιος  Γεώργιος, ο άγιος Αχίλλειος, ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος, ο νεομάρτυρας Παναγιώτης, ο άγιος μάρτυρας Υάκινθος, η αγία Ιουλίτα, η οσία Μακρίνα, η οσία Ειρήνη η Χρυσοβαλάντου, ο άγιος Ευδόκιμος, η αγία Νόννα, ο άγιος Μελέτιος, ο άγιος Μάμας, ο άγιος Ευψύχιος, η αγία Θέκλα, ο άγιος Ιγνάτιος, ο όσιος Χαρίτων ο ομολογητής, ο άγιος μάρτυρας Λογγίνος ο εκατόνταρχος, ο άγιος Σάββας ο Ηγιασμένος, οι άγιοι μάρτυρες Ευστράτιος, Αυξέντιος, Ευγένιος,  Μαρδάριος, Ορέστης και άλλοι τόσοι και τόσοι γνωστοί και άγνωστοι άγιοι.
Οι Καππαδόκες απέδιδαν ξεχωριστές τιμές στους άγιους μάρτυρές τους. Τους εγκωμίαζαν πάντα για τα θαυμαστά που προσέφεραν στην ανθρωπότητα και τιμούσαν με μεγάλη ευλάβεια τα ιερά τους λείψανα. Στα εγκαίνια των ναών τοποθετούσαν τμήματα λειψάνων τους κάτω από την Αγία Τράπεζα, κάτι που συνεχίζεται ως σήμερα στους Ορθόδοξους ναούς.

Ο ναός του Οσίoυ Ιωάννη του Ρώσου στο Προκόπι της Καππαδοκίας
Η Καππαδοκία είναι η χώρα με τους περισσότερους αγίους και αγίες της Ορθοδοξίας και με πολλούς ήρωες. Ωστόσο, μπορεί ορισμένοι μόνον ήρωες να έχουν μέσα τους στοιχεία αγιότητας, όμως όλοι οι άγιοι απέδειξαν πως έχουν μέσα τους στοιχεία ηρωισμού. Οι Ρωμιοί της Καππαδοκίας ήταν ένας λαός πολυμέριμνος. Η πίστη και η αγάπη τους στο Θεό ήταν υπέρμετρη και Τον θεωρούσαν συμπαραστάτη τους σε κάθε βήμα τους. Τρία ήταν και είναι τα ιερά τους: Η θρησκεία, η οικογένεια και το χρήμα. Για να καλυτερέψουν τη ζωή της οικογένειάς τους και να ανοικοδομήσουν ναούς περίλαμπρους έπρεπε να έχουν χρήματα, γι αυτό πολλοί από αυτούς ασχολήθηκαν με το εμπόριο σε άλλους τόπους. Στο εμπόριο είχαν ιδιαίτερη επιτυχία.
Η εκκλησία, η κληρονόμος της βυζαντινής παράδοσης, ήταν η μοναδική ενωτική αλυσίδα των διασκορπισμένων κρίκων του Ελληνισμού και ο σώφρον τιμονιέρης που οδηγούσε με γνώση και επίγνωση ανάμεσα από τις επικίνδυνες συμπληγάδες το διαλυμένο σκάφος της θρησκείας και του έθνους. Ανάμεσα στα άλλα, βοηθούσε στο σταμάτημα των εξισλαμισμών και βοηθούσε στην με διάφορους τρόπους αντίσταση των Ελλήνων  κατά του κατακτητή. Μπροστάρης σε αυτό τον αγώνα ήταν ο Οικουμενικός Πατριάρχης ο οποίος ήταν θρησκευτικός και πολιτικός αρχηγός όλων των Ορθόδοξων και η  βάση του ονείρου για την παλιγγενεσία του ελληνισμού. Ο Εθνάρχης.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓ.ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΣΤΟ ΜΙΣΤΙ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ.
Ο απόμακρος και πολλές φορές ξεχασμένος ελληνικός λαός της Καππαδοκίας αντλούσε δύναμη, παρηγοριά κι ελπίδα από την πίστη του, την κιβωτό της θρησκευτικής και εθνικής του συνείδησης.
Οι λίγοι  εκείνοι φωτισμένοι ανέδειξαν τη συλλογική μνήμη της γενιάς τους και έδειξαν το δρόμο στους πολλούς, ζωντανεύοντας τον παρελθόντα χρόνο της ελληνικής φυλής και τις πανανθρώπινες αξίες του πολιτισμού τους.
- Είμαστε από πολύ καλή γενιά! Μη το ξεχνάτε ποτέ, έλεγαν.
Με τον ερχομό του 19ου αιώνα άρχισε η αφύπνιση των Ελλήνων. Σ΄ αυτό βοήθησαν η εκκλησία και τα σχολεία, με την ενίσχυση της εθνικής τους συνείδησης, την πίστη και τη συνειδητοποίηση της πνευματικής ανωτερότητάς τους έναντι των Τούρκων.
  Έτσι λοιπόν, στα δίσεχτα χρόνια της τουρκοκρατίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με τους κληρικούς και σε συνεργασία πάντοτε με τους κατά τόπους δημογέροντες και προεστούς, είχε τον πρώτο λόγο στην εξασφάλιση όσο το δυνατόν καλύτερης ζωής, στην εκπλήρωση των θρησκευτικών καθηκόντων και στη μορφωτική καλλιέργεια όλων των υπόδουλων Ορθόδοξων χριστιανικών πληθυσμών, με το χτίσιμο και τη λειτουργία σχολείων και σχολών εκπαίδευσης. Έτσι, στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου, που υπήρχε στο Ζιντζίντερε της Καππαδοκίας, λειτούργησαν ιερατική σχολή, διδασκαλείο, παρθεναγωγείο και ορφανοτροφείο. Η Μονή αυτή αναδείχτηκε το φυτώριο των καλύτερων και διαπρεπέστερων Ελλήνων δασκάλων και κληρικών. Η σημασία της λειτουργίας αυτών των ιδρυμάτων ήταν τεράστια για τους Έλληνες, οι οποίοι βρίσκονταν βυθισμένοι σε πλήρη σχεδόν αμάθεια τόσες και τόσες γενιές. Το γεγονός της διάδοσης, επιτέλους, των γραμμάτων και της ανάδειξης της ιστορίας του γένους των, τους ενδυνάμωνε και ατσάλωνε τη θέλησή τους για μεγαλύτερη προκοπή και επιτυχία. Πολλοί ιερείς, δάσκαλοι, άνθρωποι των επιστημών και παράγοντες του Ελληνισμού της κεντρικής και νότιας Μ. Ασίας αποφοίτησαν από τα εκπαιδευτήρια αυτά και ο καθένας με τον τρόπο του συνέβαλε αποφασιστικά στην αφύπνιση, το διαφωτισμό και το πολιτιστικό ανέβασμα των Ελλήνων στα δύσκολα εκείνα χρόνια.

Στις 30 Ιανουαρίου του 1923 υπογράφηκε ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία η συνθήκη της Λωζάννης. Σε αυτήν πρόσθεσαν την απάνθρωπη σύμβαση της υποχρεωτικής ανταλλαγής των πληθυσμών ανάμεσα στις δύο χώρες.
Οι Καππαδόκες, μη μπορώντας να κάνουν διαφορετικά, πούλησαν όσο όσο ό,τι δεν μπορούσαν να πάρουν μαζί τους, συσκεύασαν πρόχειρα αυτά που μπορούσαν να κουβαλήσουν και άρχισαν να ετοιμάζουν τα σπουδαιότερα μπαούλα τους.
 -Να πάρουμε μαζί μας το Θεό και τους Αγίους μας και κατόπιν όλα τα άλλα. Έλεγαν.
Πράγματι, έβαλαν πρώτα πρώτα, σε ειδικά οστεοφυλάκια, με ιδιαίτερη προσοχή και ευλάβεια, τα οστά των τοπικών μαρτύρων κα ι αγίων τους και κατόπιν τα άγια εικονίσματα και τα ιερά σκεύη των εκκλησιών τους. Αυτά έπρεπε να μεταφερθούν με κάθε θυσία, και μεταφέρθηκαν, στη νέα τους πατρίδα.
Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και τον ξεριζωμό τους, οι Καππαδόκες, με τις γνώσεις τις αξίες και τα ιδανικά τους βοήθησαν στην αναζωογόνηση, την άνθιση και τη δημιουργία του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Ωστόσο, δεν έπαψαν ποτέ να έχουν εστραμμένα τα μάτια της ψυχής τους στη γη όπου μεγαλούργησε η γενιά τους.

Η πίκρα τους ήταν πολύ μεγάλη, γιατί γνώριζαν πολύ καλά πως όλα πια είχαν αλλάξει ριζικά και δραματικά στην πατρίδα τους. Τα καντήλια των ναών τους είχαν σβήσει. Οι σιγανές ψαλμωδίες σίγησαν και οι καμπάνες των εκκλησιών τους βουβάθηκαν. Εκεί μακριά, στα ακριτικά φυλάκια, τα κρησφύγετα των ψηλών βουνών ερήμωσαν. Οι αρχαίες ελληνικές όπως  και οι μετέπειτα βυζαντινές πολιτείες είχαν μείνει μόνες τους, δίχως την ψυχή τους που ήταν οι Έλληνες.
Σήμερα, στους ερημότοπους και τα ηφαιστειογενή βράχια της Καππαδοκίας, έμειναν τα μνημεία των προγόνων μας ως αψευδείς μάρτυρες του παλιού μεγαλείου της ιστορίας των Ελλήνων της Καππαδοκίας. Όλα εκεί στην πανέμορφη Καππαδοκία είναι σαν ένα παραμύθι.
Κ. κ., σε καιρούς έκπτωσης των αξιών και ηθικής παρακμής η πίστη, η ιστορία και η παράδοση είναι οι μοναδικές αντιστάσεις που μπορούμε να αντιτάξουμε.
Η οικουμενικότητα της ορθοδοξίας και των αγίων της πίστης μας αποτελεί το αντίβαρο κατά της παγκοσμιοποίησης, και οδηγό μας για μια κοινωνία αγάπης. Μέσα του θα βρούμε αξίες και ιδανικά. Θα οδηγηθούμε από τον τρόπο ζωής των αγίων μας, θα στοχαστούμε και θα αλλάξουμε τους δρόμους της δικής μας ζωής ή τους χαράξουμε ακόμα πιο έντονα και θα παλέψουμε με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη, βρίσκοντας πολλές από τις απαντήσεις που αναζητούμε.

1 σχόλιο: