Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

Σμύρνη μου αγαπημένη • Τα Προάστια

[ φωτογραφία το Μπαιρακλί • (Βάρη) ]

Τα προάστια της Σμύρνης, ιδίως τον 19ο και 20ο αιώνα αποτέλεσαν αναπόσπαστο τμήμα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της. Η αλματώδης ανάπτυξη της Σμύρνης από τον 19ο αιώνα φαίνεται και από την επέκταση της. Έως τις αρχές του 19ου αιώνα η πόλη εκτεινόταν έως την περιοχή του Φασουλά. Το 1840 η οδός Κοκκινοβαφείων (Κόκκινα Μπογιατζήδικα) – κεντρική συνοικία της πόλης στον 20ο αιώνα- ήταν γεμάτη έλη, με λίγα σπίτια όπου έμεναν οι βαφείς. Τη δεκαετία του 1920 τα όρια της πόλης έφτασαν στα βόρεια μέχρι το Δαραγάτσι και πέρα από την Πούντα, προς ανατολικά μέχρι τη γέφυρα του ποταμού Μέλη και ανατολικά έως το Δερμέν Τεπέ.
Ξεκινώντας από τη βόρεια ακτή του κόλπου της Σμύρνης συναντάμε τη Σκάλα της Μαινεμένης, το μικρό λιμάνι που συνέδεε τη Μαινεμένη με τη Σμύρνη. Λίγα χιλιόμετρα από τη Σκάλα βρισκόταν η Μαινεμένη με περίπου 5300 Έλληνες και συνολικό πληθυσμό 12500 κατοίκων. Στην αγορά της συγκεντρώνονταν τα προϊόντα από τα 45 χωριά της περιοχής. Στις βορειοδυτικές πλαγιές του όρους Σίπυλος υπήρχε το Τσιλί και ανατολικότερα το Κορδελιό (Περαία), ένα από τα πιο πολυπληθή προάστια της Σμύρνης με πληθυσμό, τα χρόνια πριν την Καταστροφή, 30000 κατοίκους. Το Κορδελιό πήρε το όνομα του από τη γειτονική μονή Κορδολέοντος του Σιπύλου και ήταν επίσης γνωστό με το τουρκικό Καρσιγιακά. Έως το 1874 στη θέση υπήρχαν μόνο λίγες αγροικίες, αλλά η ανάπτυξή του ήταν ραγδαία. Η συγκοινωνία με τη Σμύρνη γινόταν με σιδηρόδρομο και μικρά ατμόπλοια. Ο σιδηρόδρομος περνούσε από τους σταθμούς Χαλκά Βουνάρ και Αγία Τριάδα πριν φτάσει στο Κορδελιό σε 28 λεπτά (απόσταση 11 χιλιόμετρα). Το Κορδελιό χωριζόταν σε τέσσερις συνοικίες: Αλλάμπεη, Κορδελιό, Παπά Σκάλα και Τομάζου, ενώ ανατολικότερα τα Πετρωτά και η Αγία Τριάδα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως περίχωρα του Κορδελιού.
Τα ελληνικά σχολεία ήταν τέσσερα (αστική σχολή αρρένων και θηλέων εξατάξιος, του Αγίου Ιωάννη και το σχολείο Αντωνιάδου). Το Κορδελιό υπήρξε τόπος αναψυχής και βόλτας για τους Σμυρνιούς. Τα καφενεία «Βενιζέλου», «Βένους», «Εθνικής Αμύνης». «Ολύμπια», «Το Σκρά», «Μισέλ»,
τα ζαχαροπλαστεία Αλή Ριζά και Γούναρη ήταν τα πιο γνωστά, όπως και το ξενοδοχείο «Ολύμπια». Οι Έλληνες είχαν ιδρύσει την αδελφότητα «Αγαθάγγελος».

Μεταξύ του Κορδελιού και της Σμύρνης βρίσκονταν παραλιακά το Μπαϊρακλί (Βάρη), το Νέο Μερσινλή και στο εσωτερικό ο Μπουρνόβας και το Παλαιό Μερσινλή (όπου η Παναγία Μυρτιδιώτισσα). Ο Μπουρνόβας (παραφθορά του βυζαντινού Πρινόβαρις) απείχε από τη Σμύρνη 8 χιλιόμετρα και βρισκόταν στις πλαγιές του Σιπύλου. Το 1853 μαρτυρούνται 700 οικογένειες Ελλήνων, οι οποίοι έφτασαν το 1882 να είναι 20000. Ο Κοντογιάννης το 1920 καταγράφει πληθυσμό 15000 κατοίκων από τους οποίους τα 2/3 είναι Έλληνες.
Ο Μπουρνόβας χωριζόταν σε τρεις συνοικίες (Χαβούζα, Σταθμός και Αγορά). Από το 1856 λειτουργούσε το κοινοτικό σχολείο Αρρένων του Β. Παπαδάκη. Η κοινωνική ζωή των κατοίκων είχε ως κέντρο την Αγγλική Λέσχη και τα πέντε καφενεία (Βουτζαλή, Ευσταθοπούλου, Λαμπαδίτου, Προδρόμου και Τζαννή).

Στο δήμο Βουρνόβα ανήκαν τα ελληνικά χωριά Κουκλουτζάς, Μπουνάρβασι και Ναρλήκιοϊ. Ο Κουκλουτζάς, μία ώρα από τη Σμύρνη, είχε αμιγή ελληνικό πληθυσμό 5000 κατοίκων με δημοτική σχολή και 118 μαθητές. Το Μπουνάρβασι, το Κεφαλόβρυσο των λογίων, (στις πλαγιές του Ολύμπου) είχε πληθυσμό 1200 κατοίκων από τους οποίους οι μισοί περίπου Έλληνες. Άλλη πηγή όμως αναφέρει πληθυσμό 3000 κατοίκων και 2500 Έλληνες. Το Ναρλήκιοϊ («χωριό των ροδιών»), μισή ώρα από το Βουρνόβα, είχε πληθυσμό 500 κατοίκων, από τους οποίους 350 Έλληνες, ή σύμφωνα με άλλη πηγή 700. Στη διοίκηση Βουρνόβα ανήκαν και τα τουρκικά χωριά Σικλάρι (3000 κάτοικοι), Ναλντουκιόι και Καβάκια Ντερές.
Κοντά στη Σμύρνη (βόρεια) βρίσκονταν τα λουτρά της Αρτέμιδος (Χαλκά Μπουνάρ), όπου βρέθηκε άγαλμα της θεάς και όπου σύμφωνα με την παράδοση ένας χάλκινος κρίκος συγκρατούσε τα νερά της πηγής από το να ξεφύγουν και να πνίξουν τη Σμύρνη. Το 1897 μία Γαλλική εταιρία χρησιμοποίησε το νερό της πηγής αυτής για την ύδρευση της πόλης.

Ο Βουτζάς, βορειοανατολικά της Σμύρνης, με 10000 κατοίκους (σχεδόν όλοι Έλληνες) συνδεόταν με τη Σμύρνη με σιδηρόδρομο. Η ελληνική κοινότητα συντηρούσε εξατάξιο αρρεναγωγείο και παρθεναγωγείο με 560 μαθητές και μαθήτριες και είχε ιδρύσει τη θρησκευτική αδελφότητα «Άγιοι Απόστολοι». Ο Βουτζάς (ή Μπουτζάς) υπήρξε τόπος παραθερισμού για Άγγλους (με λέσχη και ιπποδρόμιο), αλλά και για τους Σμυρνιούς οι οποίοι έκαναν εκδρομές στο Τέπεζι, Καραγάτς, Καγκιόλ, στον Παράδεισο και στο υδραγωγείο, όπου ο λόρδος Βύρων χάραξε το όνομά του. Η κοιλάδα της Αγίας Άννας, στο δρόμο προς το Βουτζά, ήταν γνωστή για το ομώνυμο προσκύνημα στις πλαγιές του Πάγου.
Στα νοτιοανατολικά της Σμύρνης συναντάμε τα προάστια Μελαντία (Καρατάς), Σφακτηρία (Σαλαχανέ), Καλλιθέα (Καραντίνα), Γκιόστεπε (Ενόπη), Κοκάργιαλί (Ρεσαδιέ, Μυρακτή), Λίντζια, Μπαλτσόβα, Τσιφλίκι Αγίου Γεωργίου και Ναρλή Ντερέ (στους πρόποδες του όρους Δύο Αδέλφια). Το Καρατάς είχε τρία σχολεία (ελληνικό αρρεναγωγείο και παρθεναγωγείο, αρμενικό και γαλλοισραηλινό) και τον ναυτικό και γυμναστικό σύλλογο «Πέλοψ». Η Καραντίνα είχε ελληνικό κοινοτικό σχολείο και ιδιωτικό (του Χ. Παπαεμμανουήλ), ελληνογαλλική σχολή (του Νικολόπουλου), στρατιωτικό νοσοκομείο και τη λέσχη «Μιραμάρ» στην προκυμαία. Στο Γκιοστεπέ υπήρχαν ελληνικό αρρεναγωγείο και παρθεναγωγείο, γαλλική σχολή και διεθνής. Το Σαλαχανέ (Σφακτηρία) ήταν γνωστό στους Σμυρνιούς για το περίφημο «ασανσέρ», τον ανελκυστήρα ύψους 35 μέτρων που οδηγούσε στα υψώματα της περιοχής, όπου και η εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Στο Σαλαχανέ υπήρχαν ελληνική μικτή σχολή, ισραηλιτική και το εργοστάσιο σησαμέλαιου και ταχινίων του Δ. Ταχιντζή.
Το Σεϊδικιόι (Σεβδικίοϊ, Ιμέριον Ερασινόν), 15 χιλιόμετρα νοτιότερα, συνδεόταν με τη Σμύρνη με σιδηρόδρομο. Είχε πληθυσμό 8000 κατοίκων, από τους οποίους μόνο λίγοι ήταν Τούρκοι. Στο πεντατάξιο αρρεναγωγείο φοιτούσαν 150 μαθητές, στο πεντατάξιο παρθεναγωγείο 120 μαθήτριες και στο νηπιαγωγείο 240 νήπια.

Άλλα προάστια της Σμύρνης ήταν το Δαραγάτσι, το Τεπετζήκι, το Χατζηλάρι, τα τρία Πηγάδια και πιο μακριά (νότια και νοτιοδυτικά) το Τζιμοβάνι με 1500 Έλληνες κατοίκους, το Μάλκατζε με 700 Έλληνες και το Δεβελίκιοϊ με 500 Έλληνες. Το Χατζηλάρι, μισή ώρα από τη Σμύρνη, είχε 1000 κατοίκους, πολλοί από τους οποίους εργάζονταν στο ελαιοτριβείο Αντωνόπουλου και Σαμίου. Στο Δαραγάτσι υπήρχαν πολλά εργοστάσια: έξη ατμοκίνητοι αλευρόμυλοι, εννέα αμαξοποιεία, τρία βυρσοδεψεία και τρία παγοποιεία. Το Τεπετζήκι απείχε πέντε λεπτά από τη γέφυρα του ποταμού Μέλη. Στα Τρία πηγάδια ζούσαν τριακόσιοι Έλληνες.

Επιμέλεια • Δημήτρης Τσαμπάς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου