Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

H άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους-- 29 Μαρτίου 1430




του Θάνου Δασκαλοθανάση



Ο ιστορικός Δούκας αναφέρει καταστροφή της Θεσσαλονίκης το 1391 από το Βαγιαζίτ, με αιτία τη δραπέτευση του Μανουήλ Β' από τη σουλτανική αυλή και την κατάληψη του θρόνου στην Πόλη. Η πρώτη οθωμανική κατοχή της πόλης διήρκεσε έως το 1402. Ο Μανουήλ, εκμεταλλεύεται την κακή κατάσταση και ήττα των Τούρκων από τον Ταμερλάνο στην Μάχη της Άγκυρας και της επακόλουθης εμφύλιας διαμάχης μεταξύ των γιων του για τη διαδοχή, του Μεχμέτ Α΄ και Μουράτ Β΄ και καταφέρνει να πάρει τη Θεσσαλονίκη.
Από την άλλοτε κραταιά βυζαντινή αυτοκρατορία δεν έχει απομείνει παρά ένα κομμάτι γης γύρω από την Πόλη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αδυναμίας να προστατευτεί η Θεσσαλονίκη από τους Οθωμανούς, πωλείται στους πρόθυμους Βενετούς, για να αναλάβουν να αντιμετωπίσουν αυτοί τον τουρκικό κίνδυνο. Όμως, στα επτά χρόνια που έχουν την πόλη στα χέρια τους, οι νέοι κυρίαρχοι δεν κάνουν σχεδόν τίποτε για να ενισχύσουν την άμυνα της, παρά το ότι οι Τούρκοι γίνονταν ολοένα και πιο απειλητικοί.
Η βενετσιάνικη κατοχή είναι προσανατολισμένη στην εμπορική και οικονομική εκμετάλλευση της πόλης και του λιμανιού της. Δεν είναι η κατάλληλη, γιατί δεν καταφέρνει να οργανώσει και να δημιουργήσει εκείνες τις συνθήκες για μια αποτελεσματική άμυνα. Μέσα στην πόλη επικρατεί σύγχυση, αναρχία και ηττοπάθεια.




Γράφει ο ιστορικός της Άλωσης Ιωάννης Αναγνώστης
<<Τα όσα έπαθε η πόλη από τους Λατίνους νομίζω ότι τα ξέρεις, γιατί έβλεπες κι ο ίδιος όσα συνέβαιναν κάθε μέρα. Υπέφερε λοιπόν η πόλη από την κατοχή των Λατίνων, όπως ξέρεις, και κάθε μέρα έπεφταν πάνω μας συμφορές από όλες τις μεριές και αναρωτιόμασταν πώς θα ανακουφιστούμε, αλλά δεν υπήρχε κανένας τρόπος να απαλλαγούμε από τις συμφορές. Γιατί ούτε οι Τούρκοι ήθελαν να συμμαχήσουν με τους Λατίνους, παρόλο που οι Λατίνοι έστειλαν πολλές φορές πρέσβεις και το ζητούσαν, ούτε εμείς μπορούσαμε να κάνουμε κάτι σύμφωνα με τη θέλησή μας, και γιατί ήμασταν λίγοι και γιατί διαφωνούσαμε, αφού ο καθένας είχε τη δικιά του άποψη. Αυτά όμως τα γνωρίζεις, αφού ήσουν μαζί μας, και είχες την εμπειρία αυτών των συμφορών, όπως όλοι μας>>
<<Πάθαμε κάτι παραπλήσιο μ' αυτό που συμβαίνει σ' ένα καράβι που βρίσκεται σε τρικυμία κι ο καπετάνιος του έχει φύγει· γιατί εκεί επικρατεί η αναρχία, και το καράβι, επειδή δεν έχει κάποιον να το κατευθύνει με ασφάλεια μέσα από τους βίαιους ανέμους, είναι καταδικασμένο να βουλιάξει>>.






Το Μάρτιο του 1430 είναι πια φανερή η πρόθεση του σουλτάνου Μουράτ Β' να επιτεθεί κατά της Θεσσαλονίκης. Τότε γίνονται κάποιες προετοιμασίες και παίρνονται μέτρα για να ενισχυθεί η άμυνα της πόλης. Η μόνη, πάντως, εξωτερική ενίσχυση είναι μια μικρή βενετσιάνικη φρουρά με τρεις γαλέρες με λίγο στρατό και επικεφαλής, τον υποναύαρχο Αντόνιο Ντιέντο, που φτάνουν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης στις 16 Μαρτίου του 1430.
Μέσα σε αυτή τη σύγχυση, το αδιέξοδο, την ηττοπάθεια, την απόλυτη εγκατάλειψη και ανυπαρξία βοήθειας από την Πόλη, που είχε τα δικά της προβλήματα επιβίωσης, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που, θεωρώντας την υποταγή στους Τούρκους αναπόφευκτη, προτιμούν να παραδοθούν με όρους για να αποφύγουν τα δεινά της άλωσης και να εξασφαλίσουν, ίσως, και κάποια προνόμια. Η είδηση ότι ο Μουράτ είναι καθοδόν προς τη Θεσσαλονίκη κινητοποιεί έστω και την τελευταία στιγμή του Βενετούς. Γίνεται μια μορφής επιστράτευση και ορίζονται οι θέσεις των υπερασπιστών πάνω στα τειχιά της πόλης. Κι όταν όλοι οι μάχιμοι άνδρες, πολίτες της Θεσσαλονίκης και Βενετοί στρατιώτες παίρνουν τις θέσεις τους πάνω στα τείχη, τότε φαίνεται πόσο λίγοι είναι... Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που υπάρχουν, σε κάθε δύο ή τρεις επάλξεις αντιστοιχούσε ένας υπερασπιστής, ενώ σε ορισμένα σημεία τα κενά που υπήρχαν ήταν ακόμη μεγαλύτερα.

<<….οι περισσότεροι δεν είχαν όπλα (τα είχαν πουλήσει εξαιτίας της φτώχειας) και δεν ήταν ικανοί για μάχες και πολέμους.>>.

Ανάμεσά τους διαπιστώνουν ότι έχουν τοποθετηθεί Τζετάριοι, στρατιώτες ενός κακόφημου μισθοφορικού σώματος, για να τους επιτηρούν. Αυτό μεγαλώνει τη δυσαρέσκεια που ήδη υπήρχε στις τάξεις των πολιτών.
Τη νύχτα της 25ης, ή της 26ης Μαρτίου (πιθανό) η Θεσσαλονίκη συγκλονίζεται από έναν ισχυρό σεισμό, που όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις επιτείνει το φόβο και την ηττοπάθεια. Την άλλη μέρα ο τουρκικός στρατός εμφανίζεται έξω από τα τείχη. Πριν ακόμη αρχίσει τις εχθροπραξίες, ο σουλτάνος Μουράτ Β΄, ο οποίος θα είχε πληροφορηθεί την κακή από κάθε άποψη κατάσταση της πόλης, στέλνει αγγελιοφόρους απευθυνόμενος κυρίως στους Έλληνες, κάνοντας προτάσεις να του παραδοθεί η πόλη, υποσχόμενος ελευθερία και προνόμια. Οι προτάσεις του αυτές, και άλλες ανάλογες που επανέλαβε στη συνέχεια, απορρίπτονται. Τότε στήνει τη σκηνή του σ' ένα υψηλό σημείο, κοντά στο Τριγώνιο, και δίνει εντολή να αρχίσει η πολιορκία.
Η πολιορκία ξεκινά με την είσοδο στο λιμάνι ενός βενετσιάνικου πλοίου που μεταφέρει σιτάρι και που οι Τούρκοι θεωρούν ότι μεταφέρει στρατό…
Για να μπορέσουν να εκπορθήσουν τα τείχη της Θεσσαλονίκης, οι Τούρκοι χρησιμοποιούν ακόμη και κανόνια, που τότε βέβαια ήταν πρωτόγονα και φαίνεται πως έκαναν μόνο θόρυβο. Κατορθώνουν να περάσουν το προτείχισμα και να πλησιάσουν τα τείχη. Όμως παρά την αριθμητική τους υπεροχή και τα μέσα που διαθέτουν, δεν κατορθώνουν τις πρώτες τρεις μέρες να κάμψουν την αντίσταση των υπερασπιστών, που αμύνονται πεισματικά, βοηθούμενοι ακόμη και από τις γυναίκες. Οι επιθέσεις τους αποκρούονται και έχουν και σημαντικές απώλειες.
Την τέταρτη μέρα της πολιορκίας ξεκινά γενική και συντονισμένη επίθεση σε όλα τα σημεία τους τείχους. Μετά την γενική επίθεση, για να κουραστούν και να αποσυντονιστούν οι αμυνόμενοι, γίνονται στοχευμένες επιθέσεις στα πιο αδύνατα σημεία του τείχους.

<<…Ο Μουράτ μαζί με την ακολουθία του από πεζούς, που ήταν διακεκριμένοι στρατιώτες όπως και οι υπόλοιποι, δε σταμάτησε να πολεμάει από την περιοχή που ονομάζεται Τριγώνιο ως το σημείο που βρίσκεται το μοναστήρι του Χορτιάτη. Γιατί ήξερε ότι ήταν ευκολότερο να κυριεύσει την πόλη από κείνο το σημείο, αφού είχε δει και ότι τα τείχη ήταν σαθρά και ότι η πόλη είχε εμπιστευτεί την ασφάλειά της σ' ένα μόνο τείχισμα. (τα τείχη και η σύγχρονη πόλη)>>.
Στη διάθεσή τους είχαν τη << σκευή>> ένα αποτελεσματικό όπλο << . ..Κι εκείνοι δε χρησιμοποιούσαν μόνο τα βέλη, αλλά και την ονομαζόμενη σκευή. Αυτή ήταν ένα μικρό μηχάνημα βολής που χρησιμοποιούταν για τη συντριβή των ξύλινων διαφραγμάτων που είχαν στηθεί ανάμεσα στις επάλξεις. Κανένας δεν μπορούσε να σταθεί εκεί όπου αυτό στόχευε>>.

Oι επιθέσεις της τέταρτης μέρας και σφοδρές ήταν και καλά συντονισμένες, με αποτέλεσμα να αποδιοργανώσουν την άμυνα. Οι Τούρκοι ορμούν ασυγκράτητοι στα τείχη κατά κύματα. Και κάποια στιγμή, σ' ένα σημείο κοντά στο Τριγώνιο,
<<… στο σημείο όπου ο πύργος σχημάτιζε γωνία και δεν υπήρχε κανείς να τους εμποδίσει ν' ανεβούν, μια και το σημείο εκείνο ήταν έρημο από υπερασπιστές. Κάποιος Τούρκος από τους πεζούς, δείχνοντας μεγαλύτερο θάρρος από τους υπόλοιπους, δαγκάνοντας το ξίφος και προτιμώντας το θάνατο από τη ζωή, αρκούμενος στο να κερδίσει τη φήμη του ανδρείου, ανέβηκε με μεγάλο θάρρος το τείχος, χωρίς να τον καταλάβει κανείς από τους υπερασπιστές. Εκεί συνάντησε στις πολεμίστρες ένα Λατίνο που πέθαινε, του έκοψε το κεφάλι και το έριξε προς τη μεριά των εχθρών, δείχνοντας πως επικράτησε σε κείνο το σημείο και πως τα τείχη ήταν εγκαταλειμμένα από τους υπερασπιστές τους. Ήταν η εικοστή ενάτη Μαρτίου του έτους έξι χιλιάδες εννιακόσια τριάντα οκτώ (6938). Εκείνος λοιπόν ενθάρρυνε όλους τους πεζούς και τους φώναζε ν' ανεβούν το τείχος, βεβαιώνοντας πως ήταν έρημο…>>.

Έτσι δημιουργείται το πρώτο ρήγμα στην άμυνα. Η τύχη της Θεσσαλονίκης είχε κριθεί.
Η είδηση της εισόδου των εχθρών στην Θεσσαλονίκη, σταματάει την οποιαδήποτε άμυνα. Ακλουθούν σκηνές πανικού, με τους ανθρώπους να τρέχουν προς την παραλία με την ελπίδα να βρουν κάποιο καράβι για να σωθούν. Πολλοί κατευθύνονται στον Πύργο της Σαμάρειας...

<<…Όλοι προσδοκούσαν ότι, όταν κυριευθεί η πόλη, ο πύργος αυτός δε θα καταλαμβανόταν γρήγορα, γιατί βρισκόταν προς τη μεριά της θάλασσας και ήταν καλά περιτειχισμένος και εφοδιασμένος με όπλα και όλα τα αναγκαία. Αυτή τη μάταιη ελπίδα είχαμε, και πολλοί έτρεξαν προς αυτόν για να προφυλάξουν το σαρκίο τους· κι εδώ όμως απογοητεύτηκαν. Γιατί, μόλις έφτασαν εκεί οι άρχοντες των Λατίνων και κάποιοι από τους Τζετάριους μαζί με όσους φύλαγαν τον πύργο, εμπόδισαν την είσοδο σε άλλους. Αυτοί, περνώντας από το διατείχισμα που βρίσκεται προς τη μεριά της θάλασσας (που συνηθίζαμε να το λέμε Τζερέμπουλο), επιβιβάστηκαν στις τριήρεις, οι οποίες μόλις είχαν αγκυροβολήσει, και σε άλλα καράβια, που ήδη βρίσκονταν εκεί.>>.

Η πόλη βρισκόταν πια στη διάθεση των νικητών, που επιδίδονται απερίσπαστοι στις λεηλασίες και τις καταστροφές περιουσιών και στις κακοποιήσεις και τον εξανδραποδισμό των κατοίκων. Ιδιαίτερα θλιβερό ήταν το θέαμα των αιχμαλώτων που τους οδηγούν οι Τούρκοι στο στρατόπεδο τους.


Aπό τη διήγηση του Ιωάννη Αναγνώστη:

<<Θα έπρεπε να τους έβλεπες να μπαίνουν στην πόλη σαν σμήνος μελισσών ή σαν άγρια θηρία, να ωρύονται και να διψούν να μας θανατώσουν, να συνωστίζονται στην πόλη πεζοί και έφιπποι. Όταν όλη η Θεσσαλονίκη γέμισε και παντού υπήρχαν Τούρκοι, στους ιερούς ναούς, στα μοναστήρια, στους δρόμους και τις οικίες, εξελίχθηκε ένα δράμα που προκαλούσε δάκρυα και θρήνους. Αφού πλημμύρισαν την πόλη, άρχισαν βιαστικά να αρπάζουν ό,τι έβρισκαν [...] Έσερναν λοιπόν μαζί άνδρες, γυναίκες, παιδιά, ανθρώπους κάθε ηλικίας δεμένους σαν άψυχα ζώα και τους οδηγούσαν στο στρατόπεδό τους, έξω από τα τείχη της πόλης. Δεν θα μιλήσω καθόλου για τους πολυάριθμους νεκρούς που κείτονταν στα τείχη και τους δρόμους και δεν αξιώθηκαν ταφή,..και δεν ήταν μόνο άνδρες, αλλά και γυναίκες, και ανάμεσά τους κυρίως οι πιο ηλικιωμένοι και οι πιο αδύναμοι. Κάθε εχθρός έσπευδε να οδηγήσει έξω από την πόλη όσους αιχμαλώτιζε και να τους εμπιστευθεί στους άνδρες με τους οποίους μοιραζόταν τη σκηνή του από φόβο μήπως κάποιος ανώτερός τους τούς αφαιρέσει. Αν έβλεπαν πως κάποιος από τους αιχμαλώτους ήταν άρρωστος ή γέρος και δεν μπορούσε να ακολουθήσει τους υπολοίπους, τού έπαιρναν το κεφάλι χωρίς να το θεωρούν μεγάλη ζημιά. [...] Αιχμαλώτισαν επτά χιλιάδες ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών και των παιδιών [...] Παντού κυριαρχούσαν οι θρήνοι και τα δάκρυα. Τα μωρά, που μέχρι τότε βρίσκονταν στην αγκαλιά των μητέρων τους και βύζαιναν ακόμη, έκλαιγαν σπαρακτικά αποζητώντας τες. Εκείνες, από την πλευρά τους, τριγύριζαν από εδώ και από εκεί αναζητώντας τα μικρά τους, θρηνώντας και δείχνοντας τα ματωμένα μάγουλά τους. ασχολείστε σήμερα>>;

«Τότε για πρώτη φορά», συνεχίζει ο Αναγνώστης, «χωρίζονταν ανελέητα τα παιδιά από τους γονιούς τους, οι γυναίκες απ' τους άνδρες τους, οι φίλοι απ' τους φίλους και οι συγγενείς από τους συγγενείς». Και ο Δούκας γράφει : «Κάθε καβαλάρης έσερνε πίσω του κοπαδιαστά δεμένους άνδρες και γυναίκες και νέους και νεαρές κοπέλες και μικρά παιδιά».

Οι καταστροφές και οι λεηλασίες κρατούν τρεις μέρες. Τελικά σταματούν με την επέμβαση του σουλτάνου, που έβγαλε τους στρατιώτες του από την πόλη. Από τους αιχμαλώτους, άλλους εξαγόρασε ο ίδιος ο Μουράτ και τους εγκατέστησε πάλι στην ερημωμένη Θεσσαλονίκη, ορισμένοι εξαγοράστηκαν από άλλους χριστιανούς, όπως απ' τον ηγεμόνα των Σέρβων Γεώργιο Μπράγκοβιτς, και άλλοι μπόρεσαν να πληρώσουν οι ίδιοι τα λύτρα τους και να ελευθερωθούν. Οι πιο πολλοί όμως οδηγήθηκαν σε σκλαβοπάζαρα και πουλήθηκαν ως δούλοι.
Για τη Θεσσαλονίκη, που είχε ερειπωθεί και ερημωθεί, άρχιζε η περίοδος της τουρκοκρατίας, που κράτησε πέντε σχεδόν αιώνες, μέχρι την 26-10- 1912, την ημέρα του Αϊ- Δημήτρη...

vizantinaistorika.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου